Γιατί με μισείτε;
Γιατί μπορώ να προσθέσω κι άλλα χρώματα στο ουράνιο τόξο;
Γιατί με μισείτε;
Γιατί φτιάχνω μια ηλιόλουστη μέρα σε ένα θλιμμένο από τη βροχή τοπίο;
Γιατί με μισείτε;
Γιατί χειρονομεί το σώμα μου όταν θέλετε να μου κόψετε τα δάχτυλα ένα ένα;
Γιατί με μισείτε;
Γιατί το πορτοκαλί μου είναι κραυγή όταν με θέλετε μουγκή;
Γιατί με μισείτε;
Γιατί δε χρησιμοποιώ μόνο το μαύρο χρώμα όταν μου κλειδώνετε τα όνειρα;
Γιατί με μισείτε;
Μάλλον γιατί έχω τον κόσμο μου και σας ενοχλεί που δεν μπορείτε να μου τον
Κλέψετε.
Αν δεν υπήρχε η λύπη
η μουσική δε θα έφτανε στις ευαίσθητες χορδές μας
αν δεν υπήρχε η λύπη
η βροχή δε θα ήταν παρά μια
παρένθεση
αν δεν υπήρχε η λύπη
ο ύπνος θα ήταν μια κλειστή τηλεόραση
ο ουρανός δε θα χρειαζόταν αστέρια για ευχές
δε θα υπήρχε συμπόνια να μας δένει
το αλφάβητο δε θα είχε σύμφωνα
οι αγκαλιές δεν θα ήταν απαραίτητες
και ο θάνατος;
απλά αντιπαθητικός.
Χώρος εξαρτημένος από αντικείμενα
χρόνος ούτε πριν ούτε μετά
όταν σβήσω αυτό το κερί το δωμάτιο θα βυθιστεί στο σκοτάδι
αν υπάρχει βέβαια δωμάτιο
και αν το σκοτάδι δεν ήταν εκεί εξαρχής
υπάρχει μόνο μια απάντηση σαν έμβρυο σε μια ερώτηση
το ξέρεις πως το ένιωθα πως δε θα φανείς
το φως μάταια προσπαθεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του
με ανταύγιες στα κρύσταλλα
και το ηλιοβασίλεμα που λιώνει στον γκρεμό
της απουσίας σαν παγωτό με γεύση πάντα
καραμέλα
Σου γράφω λέξεις πιο δυνατές από μένα
πιο φορτισμένες από αυτό που θέλω να πω
μου γράφεις λέξεις πιο αισθαντικές από σένα
πιο ποιητικές από αυτό που θέλεις να πεις
μετουσιώνονται σε αηδιαστικές οντότητες
βρωμερά γλυπτά
φτιαγμένα από διανοητικά σάλια
που όσο συσσωρεύονται αρχίζουν και με καλύπτουν
εισβάλλουν μέσα μου από όλες τις τρύπες
δεν αναπνέω
κι εσύ δεν έχεις πνοή για να μου δώσεις
το φιλί της ζωής
Τα βλέπω όλα σαν παραμύθι
η ωραία κοιμωμένη
η πριγκήπισα
το τρίτο μάτι
ένα διαμελισμένο σώμα
η γυναίκα
η μήτρα
οι ωοθήκες μου (δυσοίωνες)
οι γόβες μου
και όσο πιο πολύ γυναίκα
τόσο πιο νοσηρό
το παραμύθι
δε με νοιάζει
με νοιάζει μόνο
το καθρεφτάκι μου
να δω μέσα του
και να μην τρομάξω
Μόλις σκότωσε.
για να τραφεί και να θρέψει.
γεμάτος πληγές.
το θήραμά του το σεβάστηκε.
όπως σέβεται το δέντρο που το κάνει φωτιά.
κυρίαρχος.
ο πρώτος.
στον κίνδυνο τα άκρα του μουδιάζουν.
η καρδιά σφυροκοπάει.
πρέπει να πολεμήσει.
ή να τρέξει.
επιλέγει.
είναι ανώνυμος.
κανένας δεν θα τον θυμάται.
όμως είναι ο πρώτος.
υπηρέτης και πολεμιστής της ζωής.
που ξεπερνά κάθε άλλο ιδανικό.
πατρίδα του η γη.
στην ψυχή του ηρεμία.
στις αισθήσεις του αγρύπνια.
χαίρεται τη νικη του.
για λίγο.
μέχρι την επόμενη ανάγκη.
και θα είναι εκεί.
ξανά για να πολεμήσει.
και αν αυτή τη φορά χάσει
ο θάνατός του θα είναι
ύπνος.
Ο ήρωας αντιλαμβάνεται τον ηρωισμό του?
ίσως ως ανταπόδοση για όλα αυτά που η φύση του χάρισε.
ίσως ως αυθόρμητη πράξη, σαν αυτόματο αντανακλαστικό
σε μια δεδομένη κατάσταση.
όπως κάποιος που απλά έτυχε να περνά δίπλα από ένα σπίτι που καίγεται
και τρέχει να βοηθήσει.
ίσως ο ήρωας πιστεύει πως ο καθένας θα μπορούσε να ήταν στη θέση του
αν οι συγκυρίες ήταν τέτοιες...
τα ιδανικά, το ήθος και οι αξίες του ενυπάρχουν τόσο βαθειά μέσα του
που μάλλον δεν τα αντιλαμβάνεται, τουλάχιστον όχι σε όλο τους το μεγαλείο.
οπότε τι βλέπει σε έναν καθρέπτη?
πάντως όχι παράσημα μετάλλια και στεφάνια...
ή μάλλον απλά δεν ασχολείται με καθρέπτες.
Είμαι μια Αφροδίτη του Άδη
του Άδη της πραγματικότητας
που ορίζει το κάθετί
αυτό είναι ένα κομμένο τριαντάφυλλο
αυτό είναι μια κομμένη πεταλούδα
αυτό είναι ένα κομμένο αστέρι
αυτό ένα κομμένο στήθος
μα μόλις προφέρεις τις λέξεις αυτές χάνεται
η μαγεία
κι εγώ που γι' αυτή τη μαγεία ζω
μένω πάντα
κομμένη
γεννημένη στη λάθος πλευρά του ουράνιου τόξου
έμαθα από νωρίς αυτό που λέγεται
γραμμή
και μας χωρίζει σε γεωγραφίες
όπου πάω φτάνει πάντα πρώτη
η βροχή
ενώ μια σκοτεινή μήτρα περιμένει πάντα
να επιστρέψω
κουβαλάω το παλιό μου σώμα
ένα άγονο καμένο τοπίο
κάτι τσαλακωμένες αναμνήσεις
με ροζ ποτίζω τα χείλη μου
μα κοιτάω ίσια μπροστά
που τα μάτια μου τρυπάνε σαν καύτρες
τους συνοριακούς ορίζοντες
ονομάζομαι λάθος
και σέρνω ένα ένοχο έμβρυο
ονομάζομαι λάθος
και δεν μ' άφησαν ποτέ
να παίξω
όπως ήθελα
ονομάζομαι λάθος
αλλά επινόησα μια μηχανή
τον πολλαπλασιαστή αγάπης
που κάθε υποψία τρυφερότητας
τη διογκώνει
στην πιο ζεστή θαλπωρή
θέλετε να με βάλετε σε ένα κουτί;
θα στριμώξω τα όνειρά μου εκεί
δεν είμαι απλά γυναίκα αλλά
η ιδέα της γυναίκας
και να αγγίζετε παρακαλώ γιατί
γι' αυτό το άγγιγμα ζω
Η αγάπη δε μαθαίνεται στα σχολεία
μόνο το μίσος
του διαφορετικού
(που κάνει τόσο κακό στο στομάχι
όπως η λύπηση στο μυαλό)
η αγάπη δεν είναι κώδικας του DNA
γεννιέσαι και πεθαίνεις μαζί της
(και εξ αιτίας της)
αρρωσταίνεις μαζί της
αν είσαι από τους τυχερούς
που έκλεισαν τη μύτη και το στόμα τους
στην κολυμπήθρα
Την ήθελε αγνή ελαφριά σκέτη
αλλά ολόκληρη
έτσι εκείνη χάιδεψε το κορίτσι
το αγκάλιασε
μάζεψε τις αντανακλάσεις από
το καθρεφτάκι της
και έπειτα
μένοντας γυμνή
ξεντύθηκε αρκετές φορές
μέχρι να μείνει
αυτό το ασημί στρογγυλό στο κέντρο
όχι πυκνό πια σα σφαίρα
αλλά σαν τη σπίθα
που είχε αναγνωρίσει το βλέμμα του το δικό της
και τον έκανε να ξέρει πως την ήθελε
Η γνώση και η ελπίδα
κυλούν πάνω στον ίδιο κύκλο
κοιτάζοντας η μια την άλλη
βαθειά
μέσα στα μάτια
Η τοξικότητα προσκολλάται
πιο κοντά
στην καρδιά
από την αγάπη
στριμώχνεται εύκολα
(αφού είναι ανορεξική)
κολλάει στο πετσί μου
σαν πηχτό μέλι
και μέλισσες βασίλισσες
ολοένα και πλησιάζουν
ενώ υπομονετικά μυρμήγκια
έχουν ήδη έτοιμο
τον τάφο μου
Καθώς βύθιζες το βλέμμα σου στο έλος των ματιών μου
ψάρια αρχέγονα ξεπήδησαν από τους
ωκεανούς μου
ψάρια βαμμένα με συμπληρωματικά χρώματα
ψάρια πεινασμένα
που δε χόρταιναν με φύκια
και δε βολεύονταν στην άμμο
ψάρια που χόρευαν με τραγούδια φαλαινών
ενώ κοίταζαν με δυσπιστία τα ερωτιάρικα δελφίνια
και που δεν πολλαπλασιάζονταν με τις εντολές κανενός
ψάρια που πολιορκούν τους καρχαρίες
και δεν παραδίνονται αμαχητί
στην απόχη κανενός επίδοξου κρεατοφάγου ψαρά
Γδύσου
βγάλε τα ρούχα σου
τα μαλλιά σου
τα νύχια
τις τρίχες
το δέρμα
το δέρμα
τα σημάδια
τα όργανα
τα κόκκαλα
μένει κάτι;
μένει;
ε! μένει;
ε!
ε
-
Σαρκοφάγα ψάρια εντοπίστηκαν στους μαύρους ωκεανούς
σκάβουν με τα δόντια τους κρυφά περάσματα
καταπίνουν αμάσητα φύκια και πλαστικές σακούλες
ερωτεύονται στις παλίρροιες
και γεννούν στις τρικυμίες
έμβρυα ερπετών
ψάχνοντας στα τυφλά
δεινόσαυρους
κάτω από τη λεπίδα
του ήλιου
Ο αγριεμένος ήλιος θα κάψει
τα λεφτά μας
δε θα έχουμε άλλο
εμφιαλωμένο νερό
θα ρουφάμε ποτάμια
δε θα έχουμε ψωμί
θα τρώμε ο ένας τον άλλο
θα ξερνάμε νεκρά μυαλά
και κενές συνειδήσεις
δε θα έχουμε άλλα ρούχα
να τονίζουμε τον κώλο μας
οι κοιλιές μας θα μείνουν χωρίς
αφαλό
απόλυτα λείες
διαχρονικά τέλειες
θα γιορτάζουμε ξέφρενα
το μίσος του Θεού
με πήλινα δάκρυα
το δυαδικό σύστημα
θα μας χωρίσει
για πάντα
και ανελέητα
και το μόνο
που θα απομείνει θα είναι
βουβές συνομιλίες
λασπωμένες χειραψίες
και ξύλινες βέρες
Έλα κι εσύ
γέρνα μαζί μας
όχι
θα μετράω τα χρόνια
στους κύκλους των κομμένων δέντρων
νομίζεις πως θα ξεφύγεις έτσι;
πρέπει να δώσεις κάτι στο θάνατο
του δίνω το κεφάλι και τα πόδια μου
έχω δει
μυρίσει
ακούσει
γευτεί
αρκετά
και δε μ' αρέσει να περπατάω
από εδώ
και από εκεί
μόνο να έχω χέρια
να αγκαλιάζω
Η αγάπη δε μαθαίνεται στα σχολεία
μόνο το μίσος
του διαφορετικού
(που κάνει τόσο κακό στο στομάχι
όπως η λύπηση στο μυαλό)
η αγάπη δεν είναι κώδικας του DNA
γεννιέσαι και πεθαίνεις μαζί της
(και εξ αιτίας της)
αρρωσταίνεις μαζί της
αν είσαι από τους τυχερούς
που έκλεισαν τη μύτη και το στόμα τους
στην κολυμπήθρα
Μιλήστε
αισθανθείτε
χορέψτε
γκρινιάξτε
επαναστατήστε
αγαπήστε
εγώ θα στέκομαι ακίνητη
κλινικά νεκρή
ή μήπως
πιο ζωντανή από ποτέ;
Η ιστορία
μια θάλασσα όπου επιπλέουν
χιλιάδες νεκρά πτερύγια
τα μικρά ύπουλα ψάρια τρώνε τελικά τους
καρχαρίες
φοράνε τα δόντια τους και γυρίζουν γύρω γύρω
σε ομόκεντρους κύκλους που στενεύουν χρόνο με το χρόνο
σχηματίζοντας μια αόρατη θηλιά που σε λίγο θα χωράει ακριβώς
τα κεφάλια μας
Αυτή η στιγμή του πρωινού
που διαρκεί περίπου ένα δευτερόλεπτο
πριν αρχίσω την αυτοκριτική μου
αυτή η στιγμή
σχεδόν ανέμελη
σχεδόν ευτυχισμένη
είναι που δεν έχω φυλακίσει ακόμα τον εαυτό μου
και το χρόνο που διανύει έρποντας
τον φαύλο κύκλο της μέρας
και με απειλεί
σαν ένα στόμα που πλησιάζει για να με καταπιεί
αυτή η στιγμή του πρωινού
αυτό το δευτερόλεπτο
είναι αθροιστικά
μια ζωή
Οι μεγάλοι άνθρωποι
Είναι σαν τα φθινοπωρινά φύλλα
Που θυσιάζονται στα παπούτσια μας
Μόνο και μόνο για να προσέξουμε
Έστω για μια στιγμή
Την ομορφιά τους
Κάθε άνοιξη
το κουστούμι μου
είναι το γυμνό μου σώμα
όχι όμως αυτό
που ξέρεις
εσύ
όταν με γδύνεις
με πόθο τους χειμώνες
ένα άλλο
μαρμάρινο
ξένο
άκαμπτα τέλειο
όχι τρυφερά
ατελές
Κόκκινο το κρέας σου
όπως τα μαλλιά σου
που ποτέ δε θα βάψεις
άντε!
θα σε βάλουμε πρώτη μούρη
στην κρεαταγορά
και με το αίμα σου
θα θρέψουμε τις γάτες σου
που ολοένα και πιο ανυπόμονα
περιμένουν
Σήμερα Τον απέβαλα
και έκανα μαζί σου έρωτα
μπλέχτηκαν δάκρυα επιθυμίες και ενοχές
στο νομοτελειακά αναπόφευκτο και άψογα σκηνοθετημένο
δεσμό μας
παίξαμε
κλάψαμε
ξεφύγαμε
και αυτό που έμεινε τελικά
ήταν το τσούξιμο
καθώς Εκείνος με ικέτευε
να ξαναχωθεί
στη μήτρα του κρίνου
Το χάραμα μοιάζει με το σούρουπο
τόσο πολύ
γιατί το τέλος και η αρχή
βαδίζουν
χέρι χέρι
και είναι συνήθως το ίδιο
μελαγχολικά
Όταν σε κοιτάζω στα μάτια
μπίλιες ενός μπιλιάρδου
που χρειάζεται τριγωνομετρίες
άγνωστες σε σένα
για να νικήσεις
ασ' το μου λες
ας παίξουμε με την τράπουλα
και γελάς
με ένα καρφωμένο νοσηρό χαμόγελο
σαν του τζόκερ
ή μάλλον
αυτός γελάει εις βάρος σου
καθώς οι κούπες μαυρίζουν και σαπίζουν
με το άγγιγμά σου
Μία ιστορία
οπού το μόνο που αλλάζει
για σένα
για μένα
είναι τα σημεία στίξης
Σε έχω σκεφτεί τόσο πολύ
έχω σμιλέψει ξανά και ξανά
τις χειρονομίες σου
έχω βυθιστεί χίλιες φορές
στο γαλάζιο σου βλέμμα
έχω οριοθετήσει
με ακρίβεια
την κάθε σου έκφραση
έχω διαλογιστεί
με την κάθε σου σκέψη
σε έχω σκεφτεί
τόσο πολύ
που είναι
σα να μη σκέφτομαι εσένα
πια
Θυμάμαι τον Χ
τον είχα συναντήσει λίγους μήνες πριν
πεθάνει
ενώ εγώ υπέφερα από βαθειά θλίψη
με ρώτησε
γιατί δεν έχεις τελειώσει τη σχολή σου ακόμη;
και του απάντησα δούλευα
με δυσφορία
κάπως άχαρη συζήτηση
για κάποιον που επρόκειτο να πεθάνει
και για κάποια που ήταν
νεκρή
Ο-μιλίες
συν-ζητήσεις
χωρίς να ζητάνε κάτι συγκεκριμένο
δεν ξέρουν τίποτα για τα ύδατα και τους ανέμους
οπότε συζητούν περί του απόλυτου τίποτα
Θα πείς ποτέ σωστά το όνομά μου;
δε με λένε καρδούλα μου
δε με λέε ψυχούλα μου
δε με λένε γατάκι μου
δε με λένε αστεράκι μου
δε με λένε φωτάκι μου
έχω ξεχάσει μέχρι κι εγώ πώς με λένε
μαζί σου
Θα πείς ποτέ σωστά το όνομά μου;
δε με λένε καρδούλα μου
δε με λέε ψυχούλα μου
δε με λένε γατάκι μου
δε με λένε αστεράκι μου
δε με λένε φωτάκι μου
έχω ξεχάσει μέχρι κι εγώ πώς με λένε
μαζί σου
Βάλτε με στο ψυγείο
δίπλα στον σπιτικό πελτέ από αίμα
δίπλα στα κρέατα που τρώω
αμετανόητη
δίπλα στους πάγους
που γίνονται νερό
με τις ανάσες μου
να γείρω να κοιμηθώ εκεί
αυτόνομη και χωρίς εφιάλτες
ακούγοντας μόνο
το βόμβο
κι έτσι να ξέρω πως είσαι κι εσύ εκεί
στον κάτω όροφο
και με περιμένεις με κρύα σάντουιτς
και παγωτά
Θα μπορούσες ίσως να είχες θελήσει κάτι
που ηθελημένα δεν το είχες θελήσει
ή δεν τόλμησες να το θελήσεις ποτέ;
τι;
θέλεις;
τι να θέλω;
κάτι
σαν;
οτιδήποτε
θέλω ναι
τι;
να με θέλεις εσύ
γιατί;
(σιωπή)
μήπως πεινάς;
ΝΑΙ
Βάψε τους τοίχους σου πορτοκαλί
αμετανόητε δολοφόνε
μαζί σου είμαι
δεν σε άφηναν να δεις ηλιοβασιλέματα
τους άξιζε
πούλα ένα παραμύθι
να βγεις με εγγύηση
και άσε τον ήλιο να κάψει
όσα πρέπει να καούν
Πόσο μου αρέσουν οι ευθείες μου λες
όταν συγκρούονται με κάτι
και αλλάζουν κατεύθυνση
εδώ δεν υπάρχει τίποτα
όλα μπερδεύονται
στο πριν
στο μετά
και χάνεται το τώρα
ε! αγάπη μου
είμαι εδώ
για να μετατρέψω το σημειακό τώρα
σε ευθύγραμμο τμήμα
για να μπορέσεις για λίγο να ξεκουραστείς
και τις ευθείες σου να στείλω ψηλά στον ουρανό
ώστε να διασταυρωθούν προβολικά
με το Θεό
Περπατάμε στον δρόμο σκυφτοί
ο κόσμος σε κάθετο επίπεδο
προβάλλεται
στο πεζοδρόμιο
σκιές
άλλες μικρές
άλλες ανεβασμένες σε ξυλοπόδαρα
περνάν η μία μετά την άλλη
μαύρες φιγούρες ραμμένες στα πόδια μας
σέρνονται πάνω στον βρώμικο καμβά της πόλης
αγγίζονται συγκρούονται ενώνονται
κι αποτραβιούνται βιαστικά
αφήνοντας το αόρατο ίχνος
μιας αναπάντεχης
οικειότητας
Ένα ζευγάρι περπατάει χέρι με χέρι
εκείνη
Με άσπρο φουστάνι
Εκείνος
Με μαύρο πουκάμισο
Θα ήθελα να τους διακόψω λίγο
Να φορέσω σε εκείνον άσπρες τιράντες
Και σε εκείνη
Μαύρα γυαλιά
Το πάρτυ
δε με νοιάζει ποιοί θα έρθουν στο πάρτυ
αρκεί να γεμίζουν το δωμάτιο μέχρι πάνω
με τα υπερτροφικά εγώ τους
έτσι γίνομαι κι εγώ καθρέπτης
που αφηγείται τις ιστορίες τους
(χωρίς προσωπικές αντωνυμίες)
και αντανακλά κάθε υποψία
συναισθήματος
στον απέναντι τοίχο
ο οποίος μοιάζει ολοένα και πιο κίτρινος
καθώς περνά η ώρα
Χώμα τρώει αυτός ο αδέσποτος Θεός;
αυτός που θέλει να στριμωχτεί ανάμεσα από τα ενδιάμεσα
αχ... ατύχησε
πλέον όλα είναι διακριτά
ψηφιδωτό
αχ αυτός ο Θεός
που μιλάει με προστακτική
που κούρεψε τα πρόβατα
και βάπτισε τους λύκους
που έλουσε τα λιοντάρια
και ξέβαψε τους πάνθηρες
αχ θεέ παντοδύναμε
κοιτάξου στον καθρέπτη
μέθυσε με τον οίνο σου
Και αυτοκτόνα